Unix
Για να μεσολαβήσει σε τέτοιες προσβάσεις, ο πυρήνας έχει ειδικά δικαιώματα πάνω στο σύστημα, γεγονός που οδηγεί στη διαφοροποίηση: χώρος πυρήνα και χώρος χρήστη . Η αρχή του μικροπυρήνα (microkernel) αναπτύχθηκε σε μια προσπάθεια να αντιστραφεί η τάση για μεγαλύτερους πυρήνες, και για επιστροφή σε ένα σύστημα όπου οι περισσότερες λειτουργίες εκτελούνται από μικρά εργαλεία. Σήμερα τα συστήματα Unix έχουν χωριστεί σε πολλούς κλάδους και αναπτύσσονται τόσο από την AT&T όσο και από άλλους εμπορικούς παράγοντες, όπως και από αρκετούς μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, όπως το πρόγραμμα GNU. Ο νυν ιδιοκτήτης του εμπορικού συμβόλου Unix είναι μια ομάδα, η οποία ονομάζεται The Open Group, ενώ οι κάτοχοι των πνευματικών δικαιωμάτων του πηγαίου κώδικα του Unix είναι η ομάδα SCO Group και η εταιρία Νοβέλ (Novell).Το εγχειρίδιο προγραμματισμού Unix εκδόθηκε στις 3 Νοεμβρίου 1971. Το άρθρο αυτό βασίζεται εν μέρει στο αντίστοιχο αρθρο της αγγλικής βικιπαίδειας. . Ο Μπράιαν Κέριγκαν εφηύρε αυτό το όνομα σε αντιδιαστολή με το Multics.
Αργότερα, η ορθογραφία άλλαξε σε Unix . Μέχρι εκείνο το σημείο δεν είχε δοθεί οικονομική στήριξη από τα εργαστήρια Μπελ. Σε μια περίοδο που ο κανονικός υπολογιστής συμπεριλάμβανε σκληρό δίσκο για την αποθήκευση δεδομένων, και τερματικό για είσοδο και έξοδο, το μοντέλο αρχείων του Unix δούλευε αρκετά ικανοποιητικά, μιας και η είσοδος και έξοδος ήταν κυρίως γραμμική .
Το roff σύντομα εξελίχθηκε στο troff, το πρώτο πρόγραμμα ηλεκτρονικής εκτύπωσης με πλήρεις δυνατότητες στοιχειοθεσίας. Αυτό οδήγησε σε κάποια οικονομική υποστήριξη από τη Μπελ.
Όταν η ερευνητική ομάδα της επιστήμης υπολογιστών θέλησε να χρησιμοποιήσει το Unix σε μεγαλύτερους υπολογιστές από το PDP-7, οι Τόμσον και Ρίτσι κατάφεραν να το ανταλλάξουν με την υπόσχεση να προσθέσουν δυνατότητες επεξεργασίας κειμένου στο Unix, για ένα μηχάνημα PDP-11/20. Η εμπειρία αυτή, σε συνδυασμό με τη δουλειά του στο πρόγραμμα Multics, οδήγησαν τον Τόμσον να ξεκινήσει ένα καινούριο λειτουργικό σύστημα για τον PDP-7.
Μόνο συστήματα πλήρως συμβατά και πιστοποιημένα με το πρωτόκολλο Single UNIX Specification χαρακτηρίζονται ως «Unix» (τα υπόλοιπα χαρακτηρίζονται ως «παρόμοια με το Unix» ή, στην καθομιλούμενη των υπολογιστών, «Unix-οειδή», «Unix-like»). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του 1970 και των αρχών της δεκαετίας του 1980 η επιρροή του Unix στους ακαδημαϊκούς κύκλους οδήγησε στην μαζική αποδοχή του (ειδικά από την παραλλαγή του BSD, προερχόμενη από το Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ) από εμπορικά προγράμματα Unix, με πιο αξιοσημείωτο αυτό της εταιρείας Sun Microsystems. Μερικές φορές ο όρος Παραδοσιακό Unix χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα λειτουργικό σύστημα Unix ή GNU το οποίο έχει τα χαρακτηριστικά είτε της έκδοσης 7 του Unix είτε του UNIX System V. Τα λειτουργικά συστήματα Unix χρησιμοποιούνται ευρέως και σε εξυπηρετητές και σε σταθμούς εργασίας. Όμως, τα σύγχρονα συστήματα περιλαμβάνουν δικτύωση, και άλλες νέες συσκευές.
Το Unix ή UNIX είναι λειτουργικό σύστημα Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, το οποίο αναπτύχθηκε κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 από ομάδα εργαζομένων των εργαστηρίων Μπελ (Bell Labs) της εταιρείας AT&T, στην οποία συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, οι Κεν Τόμσον (Ken Thompson), Ντένις Ρίτσι (Dennis Ritchie) και Ντάγκλας Μακιλρόι (Douglas McIlroy). Το περιβάλλον Unix και το μοντέλο πελάτη - εξυπηρετητή ήταν απαραίτητα στοιχεία στην ανάπτυξη του Διαδικτύου και τον αναπροσανατολισμό των υπολογιστών προς την δημιουργία και χρήση δικτύων αντί για ξεχωριστούς υπολογιστές. Τόσο το Unix όσο και η γλώσσα προγραμματισμού C αναπτύχθηκαν από την εταιρία AT&T και διανεμήθηκαν σε κρατικά και σε ακαδημαϊκά ιδρύματα, με αποτέλεσμα να μεταφερθούν και να προσαρμοστούν σε κατά πολύ ευρύτερο φάσμα υπολογιστών από οποιοδήποτε άλλο λειτουργικό σύστημα.
Τα εργαστήρια Μπελ χρησιμοποίησαν αυτό το αρχικό σύστημα επεξεργασίας κειμένου που αποτελούνταν από το Unix, το roff και τον κειμενογράφο, για να επεξεργάζονται κείμενο αιτήσεων πατεντών. Συνεπώς, το Unix έγινε ταυτόσημο με την έννοια του ανοιχτού συστήματος (Open System). Το Unix σχεδιάστηκε για να μεταφέρεται εύκολα σε άλλες πλατφόρμες και να υποστηρίζει πολλαπλές ταυτόχρονες εργασίες παράλληλα με την ταυτόχρονη χρήση του από πολλούς χρήστες, σε διάταξη χρονομερισμού.
Συμπεριέλαβαν έναν ερμηνευτή γραμμής εντολών και μερικά μικρά βοηθητικά προγράμματα. Στη δεκαετία 1970 το πρόγραμμα ονομαζόταν Unics, και τελικά μπορούσε να υποστηρίξει δύο ταυτόχρονους χρήστες. Τα συστήματα Unix χαρακτηρίζονται συνήθως από τις εξής ιδιότητες: Στο Unix το λειτουργικό σύστημα αποτελείται από πολλά τέτοια εργαλεία μαζί με το κύριο πρόγραμμα ελέγχου, τον πυρήνα.
Έτσι, ο Τόμσον ξανάγραψε το παιχνίδι σε συμβολική γλώσσα για τον PDP-7 της DEC, με τη βοήθεια του Ντένις Ρίτσι. Ένας από τους προγραμματιστές στην ομάδα των εργαστηρίων Μπελ, ο Κεν Τόμσον, συνέχισε να αναπτύσσει λογισμικό για τον μεγάλο υπολογιστή (mainframe) GE-645, και έγραψε ένα παιχνίδι για τον υπολογιστή αυτό, το Space Travel.
Με την ανάπτυξη των γραφικών διεπαφών, το μοντέλο αρχείων αποδείχθηκε ανεπαρκές για τη διαχείριση ασύγχρονων γεγονότων, όπως αυτά που προκαλούνται από ένα ποντίκι. Επιπλέον, ίσως πιο σημαντικό, σχεδιάζει την πρόσβαση στο υλικό ώστε να αποφύγει συγκρούσεις αν δυο προγράμματα προσπαθούν ταυτόχρονα να έχουν πρόσβαση στον ίδιο πόρο ή συσκευή.
Για πρώτη φορά το 1970, το λειτουργικό σύστημα Unix ονομάστηκε επίσημα, και έτρεξε στον PDP-11/20. Προστέθηκε ένα πρόγραμμα διαμόρφωσης κειμένου, το roff και ένας επεξεργαστής κειμένου.
Ο πυρήνας παρέχει υπηρεσίες για την εκκίνηση και τερματισμό προγραμμάτων, χειρίζεται το σύστημα αρχείων και άλλες λειτουργίες χαμηλού επιπέδου , τις οποίες μοιράζονται τα περισσότερα προγράμματα. (Τελικά το Multics έγινε εμπορικό προϊόν, αν και οι πωλήσεις δεν έφτασαν τις προσδοκίες.) Το Multics ήταν ένα διαδραστικό λειτουργικό σύστημα με πολλές νέες δυνατότητες, όπως η αυξημένη ασφάλεια. Τα εργαστήρια Μπέλ της AT&T αποσύρθηκαν από το πρόγραμμα Multics και ανέπτυξαν τους πόρους τους αλλού.
Και τα τρία ήταν γραμμένα στην συμβολική γλώσσα του PDP-11/20. Οι Τόμσον και Ρίτσι ηγούνταν μιας ομάδας προγραμματιστών, που συμπεριλάμβανε τον Ρουντ Κάναντεϊ, στα εργαστήρια Μπελ, και οι οποία ανέπτυσσε ένα σύστημα αρχείων, καθώς και το καινούριο λειτουργικό σύστημα που μπορούσε να εκτελεί πολλές διεργασίες ταυτόχρονα.
Έτσι, τη δεκαετία 1980, η ασύγχρονη είσοδος/έξοδος και η διαδιεργασιακή επικοινωνία επεκτάθηκαν με sockets, κοινή μνήμη, ουρές μηνυμάτων, σημαφόρους, και άλλες λειτουργίες, καθώς τα πρωτόκολλα δικτύου μετακινήθηκαν εκτός του πυρήνα. Στη δεκαετία του 1960 το MIT, η AT&T στα εργαστήρια Μπελ, και η General Electric εργάζονταν πάνω σε ένα πειραματικό λειτουργικό σύστημα που λεγόταν Multics (Multiplexed Information and Computing Service), το οποίο είχε σχεδιαστεί ώστε να τρέχει στη σειρά υπολογιστών mainframe GE-645. Όμως, διαπίστωσε ότι το παιχνίδι ήταν πολύ αργό στον υπολογιστή GE, και ακριβό, κοστίζοντας 75 δολάρια για κάθε εκτέλεσή του, και πολύτιμο υπολογιστικό χρόνο.
